Η ΤΡΑΓΙΑΣΚΑ.


Έτος 1948. Γέρος 69 ετών βρίσκεται νεκρός στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, πατημένος από ένα μεγάλο αμάξι τελευταίας τεχνολογίας, μάρκας Lada. Τα εγκεφαλικά του υγρά ήταν χυμένα στην άσφαλτο και το αίμα που έτρεχε από τα κομμάτια των αυτιών του που είχαν απομείνει, είχε σχεδόν καλύψει τη μύτη του, που ακόμα και να είχε τη δυνατότητα να αναπνεύσει θα είχε ήδη πνιγεί. Ατύχημα.

2 ΩΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ.
Καθώς κοιτούσε τις ρυτίδες του στον καθρέφτη, σκέφτηκε τα χρόνια που πέρασαν γύρω από το σβέρκο του και το βάρος που έφεραν στη μέση του. Κάποτε ήταν όμορφος. Δε μετάνιωσε για τις αποφάσεις του ούτε μία στιγμή, ούτε για τις σπασμωδικές του κινήσεις, αφού αυτές ήταν που του έφεραν την ευτυχία και τον έκαναν να αναλογίζεται το παρελθόν και να του φέρνουν ένα χαζό γέλιο που παρά τα χρόνια, δεν είχε αλλάξει ούτε στο ελάχιστο.

Τύλιξε στο λαιμό του ένα κασκόλ που του είχε χαρίσει ακριβώς πριν 47 χρόνια. "Ακριβό κασκόλ", έλεγε κάθε φορά που τον ρωτούσαν. "Κοντά και 10.000 δραχμές". Έκανε κρύο. Φόρεσε την τραγιάσκα του και έφυγε, κατεβαίνοντας την Αριστοτέλους με το αργό, χαρακτηριστικό του περπάτημα. Κάποτε σκεφτόταν πως θα του έφτιαχνε την τραγιάσκα. Έτσι το είχαν ονειρευτεί μαζί. Οι σκέψεις του, τον έκαναν να ξεχαστεί και τελικά δε γλύτωσε το ατύχημα. Πέθανε.

Είδε μια λευκή λάμψη μπροστά του κι ένα πρόσωπο που ήξερε αλλά το έχασε πολλά χρόνια πριν. Του έφτιαξε την τραγιάσκα κι έφυγαν μαζί. Κάπου αλλού. Κάπου παραπέρα.